Main Menu

εξοικονόμηση - ενέργεια - ΑΠΕ - θέρμανση - δόμηση - περιβάλλον
ενημέρωση - business - τεχνολογία - οδηγός αγοράς


"Εξοικονομώ-Αυτονομώ για ένα Έξυπνο Σπίτι" • Ομάδα Ενημέρωσης

Α. Ζούντα: Η μεγάλη πτώση των χονδρεμπορικών τιμών ηλεκτρισμού δεν «περνάει» στους καταναλωτές

Α. Ζούντα: Η μεγάλη πτώση των χονδρεμπορικών τιμών ηλεκτρισμού δεν «περνάει» στους καταναλωτές

Civiltech

Παρότι η πανδημία επέφερε πλήγμα στη ζήτηση ενέργειας και οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου βρέθηκαν σε ελεύθερη πτώση, πιέζοντας συνακόλουθα προς τα κάτω και τις χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, κι ενώ ακόμα κινούνται σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, οι μειώσεις αυτές δεν φτάνουν έως τους καταναλωτές, δεν αποτυπώνονται στην τιμή της κιλοβατώρας, με βασικούς “χαμένους” τα νοικοκυριά, τους μικρομεσαίους, αλλά και τη βιομηχανία έντασης ενέργειας.

Ακόμη και αυτή η συγκυριακή πτώση των τιμών, ιδιαίτερα του φυσικού αερίου, που σταδιακά θα πρωτοστατεί στην ηλεκτροπαραγωγή, η οποία ήδη μετρά αρκετούς μήνες και εκτιμάται ότι θα διαρκέσει έως το τέλος του χρόνου, δεν μετακυλίστηκε ούτε στο ελάχιστο στην κατανάλωση, στις λιανικές τιμές ηλεκτρισμού, ενώ οι προμηθευτές καταγράφουν κερδοφορία... Ο δε λιγνίτης, με το γνωστό μειονέκτημα των αυξημένων τιμών CO2, που πιέζει προς τα πάνω και το αντίστοιχο μεταβλητό του κόστος, έχει πολύ μειωμένη συνεισφορά στην παραγωγή ηλεκτρισμού.

Και βεβαίως, εκτός από τα δομικά προβλήματα της ελληνικής αγοράς ηλεκτρισμού, που δεν είναι νέα, αναδεικνύονται και ερωτήματα ως προς την πολιτική που εφαρμόζεται στη ΔΕΗ από τους διοικούντες και την κυβέρνηση, καθώς, παρά τη θετική επίδραση των χαμηλών τιμών φυσικού αερίου (-53,7%), η παραγωγή από μονάδες αερίου της ΔΕΗ μειώθηκε κατά 31,3% στο πρώτο τρίμηνο του έτους.

Ζήτηση - μείγμα

Η ζήτηση σε συνδυασμό με τις τιμές των καυσίμων και τη σύνθεση του ενεργειακού μείγματος ηλεκτροπαραγωγής είναι οι βασικοί παράγοντες για τη διαμόρφωση των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρισμού. Η μείωση στη ζήτηση δεν ήταν τόσο δραματική το διάστημα που πέρασε, όταν κορυφώθηκαν οι περιορισμοί λόγω κορωνοϊού.

Σύμφωνα με στοιχεία του ΑΔΜΗΕ, τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο, μήνες κατά τους οποίους δεν υπήρχε lockdown, η συνολική ζήτηση ήταν μειωμένη κατά 2,9% και κατά 0,9% αντίστοιχα έναντι της αντίστοιχης περσινής. Τον Μάρτιο, οπότε υπήρξε lockdown στο δεύτερο μισό του, η μείωση ήταν 2,1%, ενώ τον Απρίλιο, όταν κορυφώθηκαν τα περιοριστικά μέτρα, όντως κατεγράφη μια μείωση σημαντική, της τάξεως του 9,8%, σε σχέση με πέρσι.

Επομένως το πρώτο τετράμηνο του 2020 ουσιαστικά υπήρχε, σε σχέση με το αντίστοιχο του 2019, μια μέση μείωση της τάξεως του 3,8%, που θεωρείται μέτρια, δεδομένης της συνολικής μείωσης της οικονομικής δραστηριότητας και των περιορισμών που εφαρμόστηκαν.

Το ενεργειακό μείγμα στην ηλεκτροπαραγωγή καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από τη σημαντική πτώση της τιμής του φυσικού αερίου και κυρίως του υγροποιημένου (LNG), ενώ μια μικρή πτώση υπήρξε και στην τιμή του διοξειδίου του άνθρακα (περίπου 2 ευρώ ανά τόνο τον Απρίλιο). Ένας πρόσθετος παράγοντας ήταν αυτός της ανόδου των ΑΠΕ, λόγω κυρίως της σημαντικής αύξησης της αιολικής ενέργειας για αρκετές ημέρες.

Ενδεικτικά αναφέρεται για το ενεργειακό μείγμα του Απριλίου ότι ο λιγνίτης σε σχέση με πέρσι είχε μια υστέρηση της τάξεως του 62,7%, ενώ αύξηση κατέγραψαν το φυσικό αέριο 11,7%, τα υδροηλεκτρικά 19,8% και κυρίως οι ΑΠΕ 33,9%. Επιπλέον υπήρξε μείωση στις εισαγωγές κατά 30%.

Οι τιμές πάντως του φυσικού αερίου δεν θα μείνουν εσαεί σε χαμηλά επίπεδα, καθώς διεθνώς οι προβλέψεις κάνουν λόγο ανάκαμψη από το 2021, ενώ και το νέο δυναμικό μονάδων φυσικού αερίου ηλεκτροπαραγωγής θα αναζητήσει τρόπους να αποσβέσει τα επενδυτικά του κόστη...

Χονδρεμπορικές τιμές

Η διαμόρφωση αυτή του χαρτοφυλακίου των καυσίμων που συμμετείχαν στην ηλεκτροπαραγωγή είχε αντίστοιχη επίπτωση στη χονδρεμπορική τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας. Υπήρξε μια συγκυρία όπου το φυσικό αέριο είχε τιμές ακόμα και των 25 ευρώ η μεγαβατώρα παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια -με τους ρύπους.

Άρα το φυσικό αέριο, δεδομένης της πτώσης της τιμής διεθνώς, ήταν πιο ανταγωνιστικό έναντι του λιγνίτη, ενώ υπήρξε ενίσχυση και των ΑΠΕ. Παράγοντες της αγοράς κάνουν λόγο για πτωτική πορεία του αερίου εδώ και μήνες λόγω της υπερπροσφοράς LNG.

Με βάση τα στοιχεία του ΔΕΣΦΑ το 65% του φυσικού αερίου στην Ελλάδα αυτούς τους μήνες είναι LNG και αφορά φορτία που φέρνουν όλοι, προφανώς, οι παραγωγοί, δηλαδή και από προμηθευτές εκτός της ΔΕΠΑ. Επομένως οι ηλεκτροπαραγωγοί με φυσικό αέριο ενέταξαν στο μείγμα τους και “φθηνό” αέριο -συμπεριλαμβανομένης και της ΔΕΗ (τρία μεγάλα φορτία LNG φέτος)-, που με τη σειρά του οδήγησε σε πτώση των χονδρεμπορικών τιμών.

Σε αυτό το πλαίσιο σημειώνεται ενδεικτικά ότι, ενώ η μέση τιμή ήταν την εβδομάδα 16-22 Μαρτίου στα 44 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έφτασε την εβδομάδα μετά το Πάσχα στα 27 ευρώ ανά μεγαβατώρα -παραμένοντας ωστόσο από τις πιο υψηλές τιμές στην Ε.Ε. Για παράδειγμα στις 25 Μαΐου η τιμή στην Ελλάδα ήταν η δεύτερη υψηλότερη στην Ε.Ε., διαμορφούμενη στα 34,76 ευρώ ανά μεγαβατώρα, όταν οι τιμές στις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. ήταν στα 18-21 ευρώ...

Με βάση τα τελευταία στοιχεία του ΑΔΜΗΕ η μεσοσταθμική τιμή αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στο διασυνδεδεμένο σύστημα διαμορφώνεται το πρώτο τετράμηνο 2020 ως εξής:

● Ιανουάριος: 60,539 ευρώ / MWh (Ημερήσιος Ενεργειακός Προγραμματισμός - ΗΕΠ χωρίς αποκλίσεις, προσαυξήσεις και έσοδο ΑΠΕ), έναντι 77,128 ευρώ / MWh τον Ιανουάριο του 2019.

● Φεβρουάριος: 48,206 ευρώ / MWh, έναντι 69,076 ευρώ / MWh τον Φεβρουάριο του 2019.

● Μάρτιος: 42,410 ευρώ / MWh, έναντι 59,952 ευρώ / MWh τον Μάρτιο του 2019.

● Απρίλιος: 27,710 ευρώ / MWh, έναντι 62,365 ευρώ / MWh τον Απρίλιο του 2019.

Δηλαδή από τον Ιανουάριο στον Απρίλιο η μείωση ξεπερνά το 50%, ενώ ακόμη μεγαλύτερη είναι συγκριτικά με τις αντίστοιχες περσινές τιμές.

Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι στην Ελλάδα οι χονδρεμπορικές τιμές εδώ και χρόνια είναι από τις υψηλότερες στην Ευρώπη. Είναι χαρακτηριστικό, με βάση την τελευταία ανάλυση της Κομισιόν (DG Energy) για το τέταρτο τρίμηνο του 2019, ότι, ενώ στην Ελλάδα η χονδρική τιμή διαμορφωνόταν σε 59,5 ευρώ / MWh, καθιστώντας την την ακριβότερη στην Ε.Ε., ο μέσος όρος στην Ε.Ε. ήταν στα 43,9 ευρώ / ΜWh (+26,2%) ενώ από τη χαμηλότερη τιμή (36,7ευρώ / MWh) η αύξηση εκτινάσσεται στο 38,3%.

Η ανάλυση της Κομισιόν αποδίδει αυτή την εικόνα ουσιαστικά στη λειτουργία της αγοράς ηλεκτρισμού: εξάρτηση από εισαγωγές ενέργειας, περιορισμένη ικανότητα διασυνοριακής μεταφοράς, αντιμετώπιση αυξημένου κόστους παραγωγής, συνυπολογίζοντας, σήμερα, και αυξημένες τιμές CO2.

Αυξήσεις στους καταναλωτές

Ωστόσο αυτή η μείωση δεν “πέρασε” στους καταναλωτές. Στην περίπτωση του μεγαλύτερου, σήμερα, παρόχου της ΔΕΗ (μερίδιο 69,05% στη χαμηλή τάση), τα τιμολόγια για τους οικιακούς καταναλωτές και τους μικρομεσαίους επαγγελματίες κινούνται στον κύκλο των υπέρογκων αυξήσεων που αποφάσισε η κυβέρνηση και βρίσκονται σε ισχύ από την 1η Σεπτεμβρίου 2019.

Δηλαδή, ενώ οι χονδρεμπορικές τιμές μειώνονται, οι καταναλωτές τιμολογούνται με τις αυξημένες τιμές στην κιλοβατώρα -και όχι μόνο- που ενέκρινε η κυβέρνηση στο τέλος του περασμένου Αυγούστου, με εντελώς διαφορετικές συνθήκες στην αγορά, αλλά και πολιτική ατζέντα...

Θυμίζουμε ότι οι αυξήσεις τιμολογίων φτάνουν και στο 19,5% για τους οικιακούς καταναλωτές, ενώ προβλέφθηκε σε όλα τα τιμολόγια χαμηλής τάσης και χρέωση CO2 με ισχύ από την 1η Νοεμβρίου 2019 καλύπτοντας το ενδεχόμενο περαιτέρω ανόδου της. Θυμίζουμε ότι η προηγούμενη διοίκηση της ΔΕΗ είχε προτείνει την εισαγωγή ρήτρας Οριακής Τιμής Συστήματος (ΟΤΣ), που, αν είχε τεθεί σε ισχύ, σήμερα οι τιμές θα ήταν χαμηλότερες κατά τουλάχιστον 20% (ήδη το πρώτο τρίμηνο του 2020 η χονδρεμπορική τιμή ήταν στα 50 ευρώ από 65,4).

Σημειώνεται ότι στις 26 Μαρτίου ανακοινώθηκαν από τη ΔΕΗ ορισμένα έκτακτα οριζόντια μέτρα (κατάργηση παγίου, κλιμακίου χρεώσεων, μείωση 8% σε ευάλωτους καταναλωτές εκτός ΚΟΤ, μείωση 8% σε κατηγορίες επαγγελματικών καταναλωτών) και κίνητρα για εξ αποστάσεως συναλλαγές -δηλαδή όχι μείωση στην τιμή της κιλοβατώρας για όλες τις κατηγορίες καταναλωτών- διάρκειας τριών μηνών (έως 26 Ιουνίου), περίοδος που και οι εποχικές ανάγκες (π.χ. θέρμανση) είναι χαμηλότερες.

Συγχρόνως η ΔΕΗ παρουσιάζει βελτιωμένα οικονομικά μεγέθη το πρώτο τρίμηνο του 2020, που όμως οφείλονται στις ανατιμήσεις του Σεπτεμβρίου και στη μεγάλη, έστω και συγκυριακή, μείωση των τιμών των καυσίμων και κυρίως του αερίου.

Πάντως και οι ιδιώτες, που μετά τις ανατιμήσεις στη ΔΕΗ έγιναν, κατά βάση χωρίς ιδιαίτερο κόστος, πιο... ανταγωνιστικοί και φέρονται ως πιο ευέλικτοι στις εμπορικές τους πολιτικές, δεν έχουν μετακυλίσει τη μεγάλη αυτή μείωση της χονδρεμπορικής τιμής στην τιμή της κιλοβατώρας νοικοκυριών και μικρομεσαίων.

Αυτό που, όμως, καταγράφεται είναι η συνέχιση της μετακίνησης καταναλωτών από τη ΔΕΗ προς τους ιδιώτες παρόχους.

Μερικώς ωφελημένη η βιομηχανία

Φαίνεται ότι το μήνυμα από την αγορά αξιοποίησε σε ικανοποιητικό βαθμό μόνο η βιομηχανία στη μέση τάση, καθώς, ενώ η ΔΕΗ κράτησε σταθερά τα τιμολόγιά της, οι ιδιώτες προμηθευτές παρείχαν πιο ανταγωνιστικές τιμές προσαρμόζοντας καλύτερα τις προσφορές τους στις μεγάλες αυτές καταναλώσεις, με αποτέλεσμα να προσελκύσουν αυτό το σημαντικό “κομμάτι” πελατών.

Στην κατηγορία αυτήν η ΔΕΗ έχει ήδη το μικρότερο μερίδιο (έναντι χαμηλής και υψηλής τάσης), που πλέον διαμορφώνεται σε 43,08% (ΑΔΜΗΕ). Αναμένεται δε να αποτυπωθεί στα προσεχή στοιχεία σημαντικό ποσοστό μετακίνησης μεγάλων βιομηχανικών καταναλωτών της μέσης τάσης από τη ΔΕΗ προς εναλλακτικούς παρόχους.

Αντιθέτως δεν υπήρξε ευελιξία στην υψηλή τάση, τις μεγάλες καταναλώσεις της ενεργοβόρου βιομηχανίας, που διαμορφώνονται κοντά στις 2.000 γιγαβατώρες (χωρίς τη ΛΑΡΚΟ και την Αλουμίνιον, που έχουν ειδικές συμφωνίες), ομάδα καταναλωτών στην οποία η ΔΕΗ διατηρεί μερίδιο άνω του 97%.

Οι σχετικά υψηλές τιμές στη βιομηχανία εντάσεως ενέργειας είναι, ωστόσο, διαχρονικό φαινόμενο, δεν αφορά μόνο το τρέχον διάστημα, αλλά δημιουργεί πρόβλημα ανταγωνιστικότητας και εκτείνεται έως τις εφαρμοζόμενες πολιτικές και τις προτεραιότητές τους.

Και στην παρούσα συγκυρία πάντως οι πιο χαμηλές χονδρεμπορικές τιμές δεν “πέρασαν” στους μεγάλους καταναλωτές, δεδομένου μάλιστα ότι, πλην ορισμένων κλάδων που έχουν πληγεί αρκετά, μεγάλο μέρος της βιομηχανίας εντάσεως ενέργειας διατήρησε την παραγωγική δυναμική της -μέχρι στιγμής τουλάχιστον, καθώς η ζήτηση στις αγορές του εξωτερικού θα καθορίσει τη μελλοντική τους πορεία, αφού βασίζεται κυρίως σε εξαγωγική δραστηριότητα.

Η ηλεκτρική ενέργεια χαρακτηρίζεται ως κινητήριος δύναμη για την “παραδοσιακή” βιομηχανία της μεταποίησης και βασικοί ανταγωνιστές της Ελλάδας στην Ε.Ε., αλλά και εκτός αυτής, έχουν ήδη συγκριτικό πλεονέκτημα με χαμηλότερα κόστη ενέργειας, που οφείλονται όχι μόνο σε καλύτερη λειτουργία των αγορών ενέργειας, αλλά και σε εθνικές πολιτικές ενίσχυσής τους (απαλλαγές, εκπτώσεις κ.λπ.).

Η τιμή χονδρικής φορτίου βάσης στην Ελλάδα είναι διαχρονικά από 10% έως 40% πιο ακριβή σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρώπης, ενώ η διαφορά για το δεύτερο τρίμηνο του 2019 ξεπέρασε το 50%.

Η κατάσταση αποδίδεται από τον κλάδο στα δομικά προβλήματα της αγοράς, που θεωρείται πως έχει χαρακτηριστικά εδραιωμένου ολιγοπωλίου, και εκτιμάται ότι ούτε η νέα αγορά (target model) θα λύσει το πρόβλημα, καθώς, όπως υποστηρίζει, δεν υπάρχει ανταγωνισμός, ενώ συγχρόνως υπάρχουν πλήθος ρυθμιζόμενες χρεώσεις που στρεβλώνουν τη λειτουργία της αγοράς, και πάλι υπέρ των ηλεκτροπαραγωγών.

Αναφέρεται δε ως παράδειγμα το ότι την περίοδο 11-18.5 οι τιμές στην αγορά, ενώ επί σχεδόν δύο μήνες είχαν διαμορφωθεί σε τιμές κάτω των 30 ευρώ / MWh, ξεπέρασαν τα 45 ευρώ / ΜWh με μέσο φορτίο περίπου 2.800 Μwh -χωρίς ΑΠΕ και εισαγωγές.

Ζούντα Αντιγόνη

avgi.gr

Δωρεάν προσφορές από τους εξειδικευμένους επαγγελματίες του Run My Project by B2Green

B2Green
By B2Green.gr 18:21, 08/06/2020

Δημοφιλέστερα άρθρα